ἐχεόδηκτος

ἐχεόδηκτος, ον,
A bitten by a viper, Str.13.1.14codd., Dsc.2.120, Philum.Ven.17.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχεόδηκτος — ἐχεόδηκτος, ον (Α) δαγκωμένος από οχιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. εχεόδηκτος αντί εχιόδηκτος* < έχις «οχιά» + δηκτος (< δάκνω «δαγκώνω»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐχεοδήκτοις — ἐχεόδηκτος bitten by a viper masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεοδήκτους — ἐχεόδηκτος bitten by a viper masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεοδήκτων — ἐχεόδηκτος bitten by a viper masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεοδήκτῳ — ἐχεόδηκτος bitten by a viper masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεόδηκτα — ἐχεόδηκτος bitten by a viper neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.